Σάββατο, 18 Απριλίου 2009


“Δος μοι τούτον τον ξένον….”

Οι Επιτάφιοι των Ελλήνων

 

         Και να που η πόλη μας είναι όμορφη μέσα στη ζήτηση τη σιγανή της μοσχοβόλας νύχτας. Στρατιές απο ήσυχους που δεν απήτησαν ίσως  ποτέ το πολύ και το τελείως. Στρατιές απο αγγέλους που δεν το ζήτησαν αλλά τους δόθηκε γιατί έτσι θέλησε ο Θεός.  Διαβαίνουν ήσυχα, ειρηνικά μέσα απ τα άχρωμα αλλά τόσο αληθινά σοκάκια της πόλης μας. Αυτά που δεν διεκδικούν να είναι όμορφα αλλά για τούτο και είναι. Ταπεινά κι ωραία. Είναι στη ώρα τους, πάντα έτοιμα να δεχτούν τον πόνο των ανθρώπων και τον Επιτάφιο θρήνο για το Χριστό.           Ετούτα το σοκάκια εἰναι αγκαλιά και πέρασμα,  με τα λιγοστά λουλούδια όσων ακόμη σεμνά παλεύουν, με τις ανθισμένες πασχαλιές και τις θεριεμένες λιοφάτες να γεμίζουν τον κόσμο με μυρουδιές ταπεινές που σε τίποτα δε μοιάζουν στις μνημειακές αλλά στημένες συνθέσεις  τόπων ξένων που ζητούν να εντυπωσιάσουν και να υποβάλλουν. Τα μικρά σοκάκια που προέκυψαν μέσα απο την παρανομία των ελλήνων να στεγάσουν την φτώχεια τους και την αγάπη τους, μέσα απο την άπονη του κράτους βία που πάντα θα ζητά μες  στους αιώνες να σταυρώσει τον Προμηθέα των ονείρων και της αγάπης.

         Κι όμως ετούτα τα σοκάκια είναι ωραία κι αληθινά και ίσως τα μόνα έτοιμα απο πάντα να δεχτούν ετούτο τον ξένο. Πού αλλού να βρεί φωλιά να κουρνιάσει ετούτος ο ξένος που τον αρνήθηκαν οι εδικοί του, που τον εγκατέλειψαν οι φίλοι και τον πρόδωσαν ακόμη και οι πιό στενοί;  Που αλλού να βρεί τόπο να περάσει ο μεγάλος ξένος, ο μόνος, ο αληθινά πτωχός που δεν κράτησε τίποτα και δεν θέλησε καμμία βοήθεια για να προστατεύσει το εγώ;

         Τα σοκάκια του Επιτάφιου που γίνονται όμορφα με την ταπεινή των ελλήνων κατάθεση έτσι καθώς ακολουθούν χωρίς καλά καλά πολλές φορές να ξέρουν το γιατί. Ακολουθούν σιγομουρμουρίζοντας ύμνους  “ η ζωή η Τάφῳ…” , σιγοψιθυρίζοντας  σχέδια για την ημέρα της Λαμπρής. Αγόρια που χαζεύουν όμορφες και κορίτσια ανά δυό που κρυφογελούν, γονείς που καμαρώνουν κι άλλοι με κεφάλια σκυμένα απ το βάρος μνήμης βαρειάς και νοσταλγίας ανείπωτης. Απο τα παράθυρα κεφάλια προβαίνουν και θυμίαμα σκαρφαλώνει αδέσποτο στον λεπτό αιθέρα του αττικού ουρανού. Η κεκραμμένη ετούτη θυσία  ομορφαίνει τα σοκάκια των νεοελλήνων με την ταπεινή και ανεπιτήδευτη πραγματικότητά της. Τι καλά θάταν να είναι όλα τέλεια. Αλλά αυτό δε γίνεται. Έτσι, καλύτερα αυτό το αληθινό περίπου,  το  καθαρό ακάθαρτο, τό μουτζουρωμένο άσπρο των αθέλητων αγγέλων που διαβαίνουν τα σοκάκια του γλυκύτερου Έαρος.

         Στρατιές που κυλούν μέσα στους δρόμους και σιγά σιγά φθίνουν έτσι καθώς πολλοί διαρρέουν  προς τα σπιτια τους κουρασμένοι και ανήμποροι να βαστάσουν μέχρι τέλους την ακολουθία. Όμως πόσο γεμάτοι θα μένουν πάντα οι δρόμοι ετούτοι απο την ευλογημένη θυσία , την αβίαστη και αληθινή όσων το θέλησαν γιατι η καρδιά τους το ζητούσε κι όσων το θέλησαν γιατί δεν είχαν άλλο να κάνουν, όσων το θέλησαν γιατί δεν ξέρουν το γιατί αλλά άφέθηκαν στου μυστηρίου την ορμή και τη γλύκια του έαρος ετήσια συνήθεια. Ακόμη κι έτσι το μυστήριο των Επιταφιών είναι εδώ να μυραίνει τις γειτονιές, να ευλογεί τα σοκάκια των νεοελλήνων,  να “εξαγιάζει” τον κόσμο με την ταπεινή ετούτη αναίτια πορεία τη μόνη που δεν διεκδικεί για τον εαυτό της κάτι αλλά απλά συνοδεύει τη ζωή εν Τάφῳ, για μιάν αγάπη, για μιά συνήθεια, για ένα κάτι που ακόμη ο νους δεν το κατέχει.

         Ο Επιτάφιος των νεοελλήνων είναι βαθεία  στη ζωή υπόκλιση, το πιό μεγάλο, το πιό ευλογημένο ναί που όλα τα καταδέχεται κι όλα τα χωρά, που όλα τα παρασέρνει και τα πριν ενώνει διεστώτα. Και έστω για λίγο, έστω για μιά στιγμούλα τόση δα στον κόσμο αναφωνεί πώς η ζωή είναι μπορετό να γίνει, να σταθεί να ανθίσει ν αναστηθεί.

 

                                                                        Μ. Σάββατο 18-4-2009

                                                                        Αγία Παρασκευή

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: