Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Τη μερα που η καρδιά μου δεν έβρισκε τρόπους να αποκτήσει σώμα και να δημοσιευτεί...

Κραυγες στη σιωπη και ψιθυροι στα παραθυρα. Ενας κοσμος που σκιάζει το φως καμωμένο απο όνειρα που καιγονται και ελπίδες που πυρπολούνται. Τι αραγε ειναι αυτο που συνοδευει τη λεηλασια και την αρπαγη; Παιδια,  εφηβοι, ώριμοι ανδρες και γυναικες η μηπως σακατεμενα όνειρα με μορφες ανθρωπων; Η εικόνα ενός συστήματος που αδυνατεῖ να δεί τον εαυτό του απο κοντά και απο μακρυά, που αυτάρεσκα αυνανίζεται με λέξεις ηχηρές και βαρύγδουπες. 
Η εικόνα. Ποιά άραγε εικόνα είναι αυτή που θα ταιριαζε στην πραγματικότητα που σχεδόν όλοι θα θέλανε να εξορκίσουν απο την γλυκερή, μελοδραματικὴ και συναισθηματογόνα ατμόσφαιρα των ημερών; Καμμιά. Η εικόνα είναι έτσι κι αλλιώς απούσα απο μιά κοινωνία που κατέλυσε την εικόνα καιρό τώρα όταν  παραδέχτηκε ότι δεν έχει δικό της  πολιτισμό και ότι δεν μπορεί επομένως να χωρέσει τα όνειρα τους πόθους και τις ελπίδες αλλά και το θυμό της στην εικόνα πού αιώνες τώρα είχε. Μιά κοινωνία που δέχτηκε ότι δεν έχει πολιτισμό, τρόπο δηλαδή ύπαρξης και έκφρασης του προσώπου είναι καταδικασμένη να φτάσει  σε αδιέξοδο, να φτάσει στήν όργή και ακόμη πιό πέρα στο τυφλό ξέσπασμα της στη  βία και στό μίσος το βουβό. 
Οι έλληνες (σωστά γραμμένο με μικρό...) αρνήθηκαν την ύπαρξη δικού τους τρόπου θετικῆς διαχείρισης του περιεχομενου του προσώπου τους, της ψυχῆς τους, της καρδιας τους με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και αυτό πάντα θεωρήθηκε φυσιολογικό και ανώδυνο. Απλά οικειοποιήθηκαν και συνεχίζουν να το κανουν, φόρμες και μορφὲς, τρόπους δηλαδή αλλωνών, ξένων τρόπων μορφωμένων για να εκφρασουν αλλες ψυχικες ανάγκες και καταστάσεις. Το προβλημα είναι ότι με την υιοθέτηση της πρακτικῆς αυτής ο έλληνας έχασε την ικανότητα που πάντα διέθετε να διαχειρίζεται δημιουργικά και πρός τη σωστή κατευθυνση τον κόσμο της ψυχῆς του. Έτσι σε λαϊκό επίπεδο ενώ στόν παλιό του πολιτισμό μπορούσε να κάνει τραγούδια και να  καθιερώνει χορούς -σαν άλλος Ζορμπάς- για να χωρέσει τον πόνο του, την πικρα τα σεκλέτια και τα μεράκια του, τώρα απόμεινε θεατής  βουβός σε μιά ζωή που γινεται πριν απο αυτόν γιαυτόν... Αλλοι να αποφασιζουν πως θα ζήσει με τι τρόπους θα ντυθεί με τις τρόπο θα διασκεδάσει, με τι χρωμα  θα πλουμίσει  τα ονειρά του.  Ο εντεχνος πολιτισμός που ήρθε να υποκαταστήσει τον λαϊκό στην πραγματικότητα δε σεβάστηκε και πολύ τη διαδικασία ψυχικῆς έκφρασης ενός λαού επι αιώνες μαθημένου να ζει προσωπικά με κάπως στερεότυπες φορμες και ισως με κάπως δυσκίνητες διαδικασίες αλλά  δικές του.  Και τα κακό αντρώθηκε με τήν παρέλευση των χρόνων όταν μετά την μεταπολίτευση οι καλλιτέχνες αμφισβήτησαν ακόμη πιό έντονα το διακίωμα του λαού να παράγει τέχνη δική του, να φτιάχνει την εικόνα του να σιγοτραγουδά, να υποδύεται ο ίδιος τους ρόλους που δεν καταφερε στη  ζωή του. Εισαγόμενα μοντέλα και τρόποι μοντέρνοι και αλλοότριοι, ξένα προσωπεία που δεν μπορουν να χωρέσουν την  ψυχή ενος λαού.. Σπάνια σήμερα προβληματιζόμαστε για τις πολιτισμιστικές επιλογες μας ως κοινωνία και για την εκχώρηση των δικαιωμάτων μας στον πολιτιστικό αυτοπροσδιορισμό στο δικιαιωμά δηλαδη να  μπορούμε ανα πάσα στιγμη να δημιουργήσουμε μορφές που θα ταιριάζουν στην έκφραση της ψυχής μας. Μορφές δικές μας που θα χωράνε το αισθημά μας κι όχι απλώς διανοητικά κατασκευάσματα που είναι in αφου είναι ευραπαϊκά η αμερικάνικα,  δηλαδή καταξιωμένα σε  ένα διεθνές περιβάλλον. 
Ετσι απομείναμε ενας λαός που έχει πλούσια αισθήματα αλλά που δεν  έχει τρόπους να τα εκφράσει να τα παρουσιάσει με τρόπο που θα παράγουν το μεγα ζητούμενο δηλαδή κοινωνία.  Έτσι η έκφραση των αισθημάτων απωθήθηκε στα σκυλάδικα, στα γήπεδα, σέ περιθωριακά σχήματα μουσικά και θεατρικά, σε κακέκτυπα εικονογραφικής τέχνης -αγιογραφίας.  Ενας λαός βουβός που απλώς κοιτάζει τους μουσικούς του στη σκηνή και το ονο που  μπορεί να κανει είναι να σηκωθεί όρθιος και στο στενό διάδρομο να σιγοκουνάει τον κώλο του με την ψευδαίσθηση ότι χορεύει. Ατό δεν ειναι χορός ούτε έκφραση της ψυχῆς ούτε βέβαια παραγει κοινωνία. Εκτόνώνει για λιγο την ανάγκη που όμως  επανέρχεται δριμυτερη. Είναι ενας αυνανισμός  που δεν παραγει ούτε έρωτα ούτε ζωή... 
Αυτός ο κόσμος που ξεχυνεται στους δρομους και σπάζει βαρέθηκε αυτή τη ζωή και θέλει να ζήσει αλήθινά. Δεν είναι πού δεν έχει ούτε ψωμί να φάει ούτε καλά καλά δικαίωμα να μιλήσει γιατί ο εγωισμός των "προϊστάμενων "  αφεντικών λειτουργεί σαν δαμόκλεια σπάθη πάνω απο το κεφάλι του. Δεν είναι πού δεν μπορεί να έχει όλως άλλη άποψη γιατί μόνον ορισμένου τύπου προοδευτισμοί επιτρέπονται- λες κι έχει κάποιος με μαγικό και αυθεντικό τρόπο ορίσει τη κίνηση και τα όρια του προοδευτισμού στην Ελλάδα- δεν είναι που και η σιωπή ακόμη θεωρείται φασισμός και καταδιώκεται... Ο καυμένος ο έλληνας, εγω δηλαδὴ, δεν μπορώ ούτε καν να σφάλλω διωκόμενος απο εναν άκαρδο και  σκληρό πουριτανισμό πού όλα τα κατανοεί λες και οι ανθρωποι είναι κουρδισμένα και τέλεια όντα που πρέπει και μπορούν να λειτoυργούν μόνον προς την κατευθυνση του "σωστού"... Φυλακή ο τόπος όχι μονο απο μιαν στυνομία που είναι εικόνα μας αλλά και απο τον καθημερινό αθέλητο φασισμό μας που δεν ανέχεται κανέναν στον δρόμο του που δεν μπορει τη μυρουδιά και τα χνώτα κανενός στο λεωφορείο και στη ουρά των τραπεζών. Καναμε τη ζωή μας φυλακή συμπατριώτες και το κακό ειναι πως παραιτηθήκαμε και απ᾽το δικαιωμά μας να διαχειριζόμαστε τη φυλακή μας με τρόπους προσωπικούς και άρα πραγματικά λυτρωτικούς. Όσο δεν παράγουμε δικό μα πολιτισμός θα είμαστε πάντα δεσμιοι των θαμένων αισθημάτων μας και της συσωρευμένης οργής μας που κατατρώει τα σωθικά μας. Γιαυτό σηκωθείτε συνέλληνες να χορέψετε να ζωγραφίσετε και φτιάξτε κοινωνία με την έκφραση της ψυχής σας και μη σπάτε άλλα τζάμια είναι ανωφελο και ματαιο είναι απλά ανακύκλωση του πόνου αλλά όχι γιατρειά. Ζωή ζητάμε κι όχι άλογα ξεσπάσματα χωρίς προπτική κοινότητας και κοινωνίας. 


Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

                                         
 O kosmow 

“Η θαλασσα σαν έρχεται μεγάλη…”

Εικαστική διαδρομή στον κόσμο του Κώστα Καρυωτάκη

 

         Ο κόσμος του μόνου. Ένας  κόσμος  όπου η ψυχή αρπαγμένη στην ωραιότητα και στη ομορφιά του κτιστού αγωνίζεται να σχετιστεί, να γευτεί, να χαρεί και να  ζήσει ό,τι ποθεί.  Ο κόσμος του μόνου είναι παντοτινός και ισόβιος. Είναι χρυσή φυλακή , οχυρό και ανάχωμα στην επίθεση των προσκυνημένων, των δειλών, των άλλων με τις συμβάσεις και τη λειψή ζωή. Αυτών που δεν τόλμησαν να  ζήσουν, να γευτούν, να μεταλάβουν, να ενσωματωθούν και να ανταμώσουν το ποθούμενο, το άλλο.

Ο κόσμος του Κώστα Καρυωτάκη είναι  ένας κόσμος ποιητικός που καταγράφει την αγωνία και τη δίψα για ζωή, για αυθεντική ζωή χωρίς συμβιβασμούς και  ανώφελα προσκυνήματα.  Καί είναι αληθινή προκληση για τον εικαστικό που καλείται να συναντήσει την ποητική αυτή ζωή και να συνομιλήσει μαζί της, να βρεί τρόπους να τρυπώσει μέσα της να δεί, νά διακρίνει, να καταγράψει και να παρουσιάσει, να μαρτυρήσει ύστερα στα μάτια θεατών αγαθών για όσα είδε και όσα γεύτηκε εκεί στον ἀβατο αυτό χώρο όπου μόνον ερωτευμένοι και λοξίες κατοικούν.

         Το εγχείρημα δύσκολο και κοπιώδες. Πως γίνεται να γράψεις τη ζωή ενός άλλου, ενός μόνου  που κατοικεί σε χώρα μακρυνή και αδιάβατη;  Τι τρόπους εικαστικούς να μεταχειριστείς και τι λύσεις να βρείς  ὄταν μάλιστα δέχεσαι απο τα πρίν ότι να ταυτιστείς δεν μπορείς με τη ρομαντική αυτή και μοναχική διαδρομή ζωής;

         Το πρὠτο που γύρεψα ήταν η ατμόσφαιρα, το κλίμα να βρώ. Ένα χρώμα μιά μυρουδιά, μιά γεύση που θα καταγράψω και που θα διαπερνά όλη τη δουλειά που μου παράγγειλε ο Χατζηιακώβου να του φτιάξω για τα  “Νηπενθή ” του ποιητή.  Και ἐτσι ἀφού στα ποιήματα καταδύθηκα και ἀφησα την ψυχούλα μου να βασανιστεί μαζί του –όσο μου ήταν μπορετό και ανεχτό- επέστρεψα  νικημένος και με αίσθηση ματαιότητας στά χείλια και καταπιάστηκα με τα χίλια ζόρια τη γεύση ετούτη να βρώ σε χρώματα να κλείσω.  Διάλεξα τα μελάνια τις σινικές και τις εκολίνες  για να χτίσω έναν κόσμο που έχει σχήμα που έχει δύναμη και πλαστικότητα αλλά που το φώς του είναι λιγοστό και η κίνηση του είναι προς το βάθος προς το σκοτεινό και το μεμακρυσμένο προς το  σύμπαν του μόνου όπου η ζωή είναι νόστος μάλλον κι όχι  γεγονός.  Ύστερα  η κίνηση. Με γνώση ότι σ᾽όλη την ελληνική, τη δική μας παράδοση το εικαστικό γεγονός είναι πρώτιστα διαχείριση της κίνησης κι ότι απ αυτή απορρέουν οι ποιότητες της ζωντάνιας και της αλήθειας, πήρα να σχεδιάζω με γρηγοράδα και αδρότητα σπάζοντας την ακρίβεια και την καθαρότητα. Θαμπά περιγράμματα και ενιότε ασαφή, σπασμένες πινελλιές, ένας κόσμος που τείνει στην ανεύρεση του τελικού σχήματος , την τελική μορφή αποζητά αλλά πάντα υπολείπεται γιατι η αγωνία του θα διαρκεί πάντα. Κι απ την άλλη η κινηση των μορφών λυμένη αλλά και πολλές φορές νωθρή χωρίς μεγάλη ζήτηση,  χωρις επιμονή και διεκδίκηση.  Οι σχέσεις μεταξύ των μορφών και των πραγμάτων στο περίπου φτασμένες . Ένας κόσμος που γυροφέρνει τη ζωή…

         Τα γιαπωνέζικα Lokta χαρτια  και τα μελάνια έμοιαζαν να κάνουν τη δουλειά τους.  Σιγά σιγά το κλίμα βρέθηκε η έτσι νόμισα. Πάντα εξάλλου θα μείνω με την απορία. Τελικώς τι βρήκα  απο την πάλη μου με τον ποιητικό σύμπαν του Καρυωτάκη. Βρήκα τον ποιητή η άπλως συνάντησα τον εαυτό μου, ένα κομάτι μου ίσως που ελοχεύει πίσω απο θαμένες επιθυμίες και στερήσεις νεανικές; Ποιός τα ξέρει αυτά, ποιός να κρίνει μπορεί; Ποιός να τ᾽απαντήσει; Κανείς μάλλον. Κι εξάλλου πόση σημασία ἐχουν όλα ετούτα τα ερωτηματικά; Αυτό που χτίστηκε στους μήνες αυτούς που ῍πάλεψα με τον ποιητή και τες γραμμές του με τα γραψίματα και τις αγωνίες του, είναι ένας άλλος κόσμος που κι αυτός γυρεύει τον σχολιασμός του. Ένας άλλος κόσμος εξίσου νοσταλγκός και γλυκόπικρος και φωτοσκιασμένος και αγωνιώδης και θλιβερά χαρούμενος. Ένας κόσμος όπως είναι ο κόσμος όλων όσων το παλεύουν, όλων όσων ζητούν την αληθινή ζωή και των ερώτων τον παράδεισο και ρισκάρουν και χειρονομούν και ψελλίζουν πως να προσκυνήσουν  τον άρχοντα του κόσμου ετούτου δε βαστούν.

         Σας καταθέτω τον “καινό” αυτό κόσμο, τον παλαιό  και τον αφιερώνω καταρχάς σε φίλο αγαπημένο και καθαρό, στο Χρήστο το Θεοδώρου που με τα τραγούδια του και τες  μουσικές του στοχεύει όχι στο άπιαστο αλλά σεμνά στο βουβό παραμύθι της καρδιάς μας  και τούτο να χωρέσει σε νοτές ζητά.

 

 

                                             Γιώργος Κόρδης

 

                                             Αγία Παρασκευή 5-11-2008.