Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

                                         
 O kosmow 

“Η θαλασσα σαν έρχεται μεγάλη…”

Εικαστική διαδρομή στον κόσμο του Κώστα Καρυωτάκη

 

         Ο κόσμος του μόνου. Ένας  κόσμος  όπου η ψυχή αρπαγμένη στην ωραιότητα και στη ομορφιά του κτιστού αγωνίζεται να σχετιστεί, να γευτεί, να χαρεί και να  ζήσει ό,τι ποθεί.  Ο κόσμος του μόνου είναι παντοτινός και ισόβιος. Είναι χρυσή φυλακή , οχυρό και ανάχωμα στην επίθεση των προσκυνημένων, των δειλών, των άλλων με τις συμβάσεις και τη λειψή ζωή. Αυτών που δεν τόλμησαν να  ζήσουν, να γευτούν, να μεταλάβουν, να ενσωματωθούν και να ανταμώσουν το ποθούμενο, το άλλο.

Ο κόσμος του Κώστα Καρυωτάκη είναι  ένας κόσμος ποιητικός που καταγράφει την αγωνία και τη δίψα για ζωή, για αυθεντική ζωή χωρίς συμβιβασμούς και  ανώφελα προσκυνήματα.  Καί είναι αληθινή προκληση για τον εικαστικό που καλείται να συναντήσει την ποητική αυτή ζωή και να συνομιλήσει μαζί της, να βρεί τρόπους να τρυπώσει μέσα της να δεί, νά διακρίνει, να καταγράψει και να παρουσιάσει, να μαρτυρήσει ύστερα στα μάτια θεατών αγαθών για όσα είδε και όσα γεύτηκε εκεί στον ἀβατο αυτό χώρο όπου μόνον ερωτευμένοι και λοξίες κατοικούν.

         Το εγχείρημα δύσκολο και κοπιώδες. Πως γίνεται να γράψεις τη ζωή ενός άλλου, ενός μόνου  που κατοικεί σε χώρα μακρυνή και αδιάβατη;  Τι τρόπους εικαστικούς να μεταχειριστείς και τι λύσεις να βρείς  ὄταν μάλιστα δέχεσαι απο τα πρίν ότι να ταυτιστείς δεν μπορείς με τη ρομαντική αυτή και μοναχική διαδρομή ζωής;

         Το πρὠτο που γύρεψα ήταν η ατμόσφαιρα, το κλίμα να βρώ. Ένα χρώμα μιά μυρουδιά, μιά γεύση που θα καταγράψω και που θα διαπερνά όλη τη δουλειά που μου παράγγειλε ο Χατζηιακώβου να του φτιάξω για τα  “Νηπενθή ” του ποιητή.  Και ἐτσι ἀφού στα ποιήματα καταδύθηκα και ἀφησα την ψυχούλα μου να βασανιστεί μαζί του –όσο μου ήταν μπορετό και ανεχτό- επέστρεψα  νικημένος και με αίσθηση ματαιότητας στά χείλια και καταπιάστηκα με τα χίλια ζόρια τη γεύση ετούτη να βρώ σε χρώματα να κλείσω.  Διάλεξα τα μελάνια τις σινικές και τις εκολίνες  για να χτίσω έναν κόσμο που έχει σχήμα που έχει δύναμη και πλαστικότητα αλλά που το φώς του είναι λιγοστό και η κίνηση του είναι προς το βάθος προς το σκοτεινό και το μεμακρυσμένο προς το  σύμπαν του μόνου όπου η ζωή είναι νόστος μάλλον κι όχι  γεγονός.  Ύστερα  η κίνηση. Με γνώση ότι σ᾽όλη την ελληνική, τη δική μας παράδοση το εικαστικό γεγονός είναι πρώτιστα διαχείριση της κίνησης κι ότι απ αυτή απορρέουν οι ποιότητες της ζωντάνιας και της αλήθειας, πήρα να σχεδιάζω με γρηγοράδα και αδρότητα σπάζοντας την ακρίβεια και την καθαρότητα. Θαμπά περιγράμματα και ενιότε ασαφή, σπασμένες πινελλιές, ένας κόσμος που τείνει στην ανεύρεση του τελικού σχήματος , την τελική μορφή αποζητά αλλά πάντα υπολείπεται γιατι η αγωνία του θα διαρκεί πάντα. Κι απ την άλλη η κινηση των μορφών λυμένη αλλά και πολλές φορές νωθρή χωρίς μεγάλη ζήτηση,  χωρις επιμονή και διεκδίκηση.  Οι σχέσεις μεταξύ των μορφών και των πραγμάτων στο περίπου φτασμένες . Ένας κόσμος που γυροφέρνει τη ζωή…

         Τα γιαπωνέζικα Lokta χαρτια  και τα μελάνια έμοιαζαν να κάνουν τη δουλειά τους.  Σιγά σιγά το κλίμα βρέθηκε η έτσι νόμισα. Πάντα εξάλλου θα μείνω με την απορία. Τελικώς τι βρήκα  απο την πάλη μου με τον ποιητικό σύμπαν του Καρυωτάκη. Βρήκα τον ποιητή η άπλως συνάντησα τον εαυτό μου, ένα κομάτι μου ίσως που ελοχεύει πίσω απο θαμένες επιθυμίες και στερήσεις νεανικές; Ποιός τα ξέρει αυτά, ποιός να κρίνει μπορεί; Ποιός να τ᾽απαντήσει; Κανείς μάλλον. Κι εξάλλου πόση σημασία ἐχουν όλα ετούτα τα ερωτηματικά; Αυτό που χτίστηκε στους μήνες αυτούς που ῍πάλεψα με τον ποιητή και τες γραμμές του με τα γραψίματα και τις αγωνίες του, είναι ένας άλλος κόσμος που κι αυτός γυρεύει τον σχολιασμός του. Ένας άλλος κόσμος εξίσου νοσταλγκός και γλυκόπικρος και φωτοσκιασμένος και αγωνιώδης και θλιβερά χαρούμενος. Ένας κόσμος όπως είναι ο κόσμος όλων όσων το παλεύουν, όλων όσων ζητούν την αληθινή ζωή και των ερώτων τον παράδεισο και ρισκάρουν και χειρονομούν και ψελλίζουν πως να προσκυνήσουν  τον άρχοντα του κόσμου ετούτου δε βαστούν.

         Σας καταθέτω τον “καινό” αυτό κόσμο, τον παλαιό  και τον αφιερώνω καταρχάς σε φίλο αγαπημένο και καθαρό, στο Χρήστο το Θεοδώρου που με τα τραγούδια του και τες  μουσικές του στοχεύει όχι στο άπιαστο αλλά σεμνά στο βουβό παραμύθι της καρδιάς μας  και τούτο να χωρέσει σε νοτές ζητά.

 

 

                                             Γιώργος Κόρδης

 

                                             Αγία Παρασκευή 5-11-2008.

 



Δεν υπάρχουν σχόλια: